2019/05/31

Οι αγοραστές επέστρεψαν στο Χ.Α. Αναθερμαίνεται το ενδιαφέρον των εταιρειών για εισαγωγή στην Κύρια Αγορά του Χρηματιστηρίου

Με απόλυτο τρόπο οι αγοραστές έκαναν αισθητή την παρουσία τους στο Χρηματιστήριο, «δείχνοντας» πως συνεχίζουν να κυριαρχούν στην εγχώρια αγορά. Η μικρή πτώση που σημειώθηκε την Τετάρτη φαίνεται ότι αποτέλεσε ένα σύντομο και άνευ σημαντικών επιδράσεων διάλειμμα. Ταυτόχρονα το ιδιαίτερα θετικό κλίμα των τελευταίων ημερών ξαναζεσταίνει το ενδιαφέρον των εταιρειών για εισαγωγή στην Κύρια Αγορά του Χρηματιστηρίου.

Έπειτα από έναν περίπου χρόνο, ο γενικός δείκτης βρέθηκε ξανά πάνω από τις 800 μονάδες, κλείνοντας στις 813,33, ενισχυμένος κατά 3,19% και έχοντας προηγουμένως κινηθεί μεταξύ 795,5 και 819,74 μονάδων.

Ο πρωταγωνιστής δείκτης, αυτός των τραπεζών, «σκαρφάλωσε» χθες κατά 6,61%, για να
σταθεροποιηθεί στις 759,97.

Κέρδη 11,79% μετά τις εκλογές

Τα κέρδη για τον γενικό δείκτη αγγίζουν το 12% (11,79%) για τις τρεις από τις τέσσερις συνεδριάσεις μετά τις εκλογές, ενώ η συνολική κεφαλαιοποίηση έχει αυξηθεί κατά 4,112 δισ. Η άνοδος του τραπεζικού δείκτη στο ίδιο διάστημα ξεπερνά το 27%, ποσοστό που είναι από μόνο του εντυπωσιακό, γίνεται ωστόσο ακόμα πιο αξιόλογο δεδομένων των επιπέδων στα οποία είχαν φτάσει οι τίτλοι του κλάδου.


«Η καθαρή πολιτική εικόνα για τις επόμενες εθνικές εκλογές, αλλά και η άμεση προκήρυξη εκλογών λειτούργησαν ως καταλύτης (στη συνεχιζόμενη και χθες) υπεραπόδοση της Ελληνικής Κεφαλαιαγοράς. Ο φετινός Μάιος κλείνει με τις καλύτερες εντυπώσεις. Παρά τις ανησυχίες στο διεθνές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, που παραμένει ευμετάβλητο (εμπορικός πόλεμος Κίνας - ΗΠΑ, ανάφλεξη Περσικού, Ιταλία, Τουρκία, παγκόσμιο χρέος), η ελληνική αγορά μπορεί να διαφοροποιηθεί, σε περίπτωση πιθανής επιδείνωσής τους, αφού υποαπέδωσε σημαντικά την τελευταία 10ετία. Η ελληνική ομολογιακή αγορά ωφελήθηκε άμεσα από το φιλοεπενδυτικό εκλογικό αποτέλεσμα, με αποκλιμάκωση των επιτοκίων σε όλη την καμπύλη, με τη 10ετή έκδοση να κινείται, πλέον, πέριξ του πολύ σημαντικού τεχνικού επιπέδου του 3,00%» σχολιάζει ο κ. Λουκάς Παπαϊωάννου από τη Fast Finance ΑΕΠΕΥ και συνεχίζει: «Ο τραπεζικός κλάδος συνεχίζει να υπεραποδίδει το τελευταίο διάστημα, συγκεντρώνοντας σήμερα (σ.σ.: χθες) σχεδόν το 50% της συνολικής αξίας συναλλαγών, προεξοφλώντας γρηγορότερη επίλυση των διαχρονικών προβλημάτων του. Μετά την Εθνική και τη Eurobank, που παρέμεναν άνω του ΚΜΟ 200 ημερών, πλέον και οι Αlpha και Πειραιώς (λόγω πώλησης δανείων στην INTRUM) διέσπασαν το αντίστοιχο σημαντικό τεχνικό επίπεδό τους. Η ανοδική διαφυγή στις τιμές τους προσομοιάζει με “κενό” εκκίνησης, δημιουργώντας συνθήκες για προσέγγιση υψηλότερων στόχων.

Ο γενικός δείκτης, έχοντας διασπάσει το επίπεδο των 780 μονάδων, οριοθετεί τα επόμενα σημεία αντίστασης στις 824, 850 & 862 μονάδες. Αντίστοιχα η καθοδική διάσπαση των 780 μονάδων οριοθετεί τα επόμενα επίπεδα στηρίξεων στις 765, 740, 715 & 700 μονάδες. Αντίστοιχα για τον FTSE25 η έγκυρη ανοδική διάσπαση των 2.015 μονάδων, οριοθετεί τις επόμενες αντιστάσεις στις 2.110, 2.140 & 2.200 μονάδες. Κοντινές στηρίξεις κάτω από τις 2.015 μονάδες εντοπίζονται στις 1.960, 1.925, 1.900 & 1.852 μονάδες. Συνεχίζουμε να παραμένουμε μεσοπρόθεσμα συγκρατημένα αισιόδοξοι για την Ελλάδα, ακολουθώντας το ανοδικό momentum που έχει διαμορφωθεί».

Η νέα αποκλιμάκωση των αποδόσεων στην αγορά ομολόγων, αλλά και το καλό κλίμα που επικράτησε στις διεθνείς αγορές προφανώς και λειτούργησαν περαιτέρω ευεργετικά στις διαθέσεις των επενδυτών. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει πάντα μία αξιοσημείωτη μερίδα εκπροσώπων της αγοράς οι οποίοι εκφράζουν επιφύλαξη όχι τόσο για το αδιάλειπτο της ανόδου αλλά κυρίως για τη δυναμική αυτή.

«Το momentum είναι ισχυρό κρατώντας τον δείκτη σε υψηλά 12 μηνών, ο Μάιος έχει σχεδόν τις καλύτερες ημερήσιες συναλλαγές (107 εκατ. ευρώ μέσος ημερήσιος τζίρος) και μάλιστα από τον Δεκέμβρη του 2015 (185 εκατ. ευρώ)» τονίζουν με έμφαση εκπρόσωποι της χρηματιστηριακής κοινότητας.

Κοιτάζουμε και την ελληνική αγορά

Αναθερμαίνεται το ενδιαφέρον της Chipita για ένταξή της σε χρηματιστηριακό ταμπλό. Όπως ανέφερε χθες ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, «οι αγορές έχουν ανοίξει και γίνονται πολλές δημόσιες προσφορές (IPOs). Περιμένουμε να δούμε και πώς θα εξελιχθεί το Brexit, ωστόσο υπάρχει και το ελληνικό Χρηματιστήριο που κοιτάζουμε».

Η επανείσοδος της Chipita στο χρηματιστήριο αποτελεί εκφρασμένη πρόθεση της διοίκησης τα τελευταία χρόνια, κυρίως μετά και τη μεταφορά της έδρας της εταιρείας στην Ελλάδα το 2015, ωστόσο τον Ιούνιο του 2018 ο σχεδιασμός για παράλληλη διαπραγμάτευση σε Λονδίνο και Αθήνα «πάγωσε», καθώς τότε κρίθηκε ότι οι συνθήκες στις αγορές και κυρίως στα δυτικά χρηματιστήρια δεν ήταν οι κατάλληλες. Υπενθυμίζεται ότι η Chipita είχε εισαχθεί στο ελληνικό Χρηματιστήριο για πρώτη φορά το 1994, όπου παρέμεινε μέχρι το 2006, καθώς κατόπιν συγχωνεύθηκε με τη Δέλτα του Δ. Δασκαλόπουλου.

Ιστορικό ρεκόρ από το 10ετές

Τα ελληνικά κρατικά ομόλογα αναδείχθηκαν πρωταγωνιστές της χθεσινής συνεδρίασης στην αγορά ομολόγων, συνεχίζοντας το καθοδικό σερί των αποδόσεών τους, σε αντίθεση με την πλειονότητα των τίτλων άλλων χωρών της ευρωζώνης χρέους, που χθες έκαναν ένα διάλειμμα από τις διαδοχικές συνεδριάσεις αποκλιμάκωσης των αποδόσεων.

Στην Ευρώπη μόνο τα ομόλογα της Ιταλίας ακολούθησαν την πορεία των ελληνικών, με τις αποδόσεις τους να σημειώνουν όμως μικρότερη υποχώρηση. Το ελληνικό δεκαετές κατέγραψε νέο ιστορικό χαμηλό, με την απόδοσή του να πέφτει στο 3,049%, από 3,132% την Τετάρτη, μια υποχώρηση που συρρίκνωσε το spread σε σχέση με το γερμανικό δεκαετές στις 321 μονάδες βάσης, η μικρότερη διαφορά από τον Φεβρουάριο του 2018.


Ο όγκος των συναλλαγών στην ΗΔΑΤ διαμορφώθηκε στα 79 εκατ. ευρώ, με τα 55 εξ αυτών να αφορούν εντολές αγοράς.

Το 5ετές

Ο τίτλος που μονοπώλησε το ενδιαφέρον των επενδυτών πάντως δεν ήταν το 10ετές, αλλά το 5ετές με λήξη το 2024, με την απόδοσή του να πέφτει στο 1,83% από 1,92% την Τετάρτη και η συναλλακτική του δραστηριότητα να συγκεντρώνει 30 εκατ. ευρώ.
Ανεπαίσθητη ήταν η αποκλιμάκωση του βραχυπρόθεσμου ομολόγου που ωριμάζει το 2022, διαμορφούμενη στο 1,43% από 1,46%, ενώ 12 μονάδες βάσης υποχώρησε το 7ετές, με την απόδοση να πέφτει στο 2,21% από 2,33%.